Η αξιοκρατία θα πρέπει να αποτελέσει τη θεμέλιο λίθο για την αλλαγή και τον προοδευτικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας.

Του Γεωργίου Παπασίμου, Μέλους Πολιτικής Γραμματείας του «ΠΡΑΤΤΩ»

Η ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ σε νέους, γυναίκες, λαϊκά στρώματα, παραγωγικές ηλικίες και μισθωτούς κυρίως του Δημοσίου, αλλά και στους χώρους της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς, που προκύπτει από τις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου, σηματοδοτεί μια νέα πολιτική εποχή για την Ελλάδα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, με τις συνεργαζόμενες με αυτόν δυνάμεις, και η προηγούμενη Κυβέρνηση Κοινωνικής Σωτηρίας αν και δεν κατόρθωσαν να βγάλουν τη χώρα από τα υφεσιακά αδιέξοδα των μνημονίων και να μετατρέψουν σε κυβερνητικό πρόγραμμα το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, κατάφεραν να διατηρήσουν τις εκλογικές τους δυνάμεις, δίνοντας μια δεύτερη ευκαιρία στο «όνειρο» της Αριστεράς.

Εδώ ακριβώς είναι που χρειάζεται η μέγιστη προσοχή και η σε βάθος ανάλυση των νέων δεδομένων.

Σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις από τη Μεταπολίτευση, η νίκη της αντιπολίτευσης προερχόταν, κυρίως, από τη μετατόπιση ψηφοφόρων από τη μια δεξαμενή στην άλλη και βασιζόταν σε μια αρνητική στάση και ψήφο και όχι σε μια θετική προσέγγιση του «νέου». Το μότο ήταν «ψηφίζω αυτόν για να μην ξαναβγεί ο άλλος» και ποτέ δεν αναπτύχθηκε ιδιαίτερη πολιτική συνείδηση ανάμεσα στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, παρά τις μεγάλες κινητοποιήσεις στον χώρο της Αριστεράς που υπήρξαν, ιδιαίτερα την πρώτη τετραετία του Ανδρέα Παπανδρέου και την ισχυροποίηση, ως δεύτερου πόλου εξουσίας, του ΠΑΣΟΚ.

Η ενσωμάτωση της σοσιαλδημοκρατίας στη λογική του φιλελευθερισμού αποδυνάμωσε τους δύο αντιπαρατιθέμενους πόλους, τραυματίζοντας σοβαρά την έννοια του προοδευτικού και Αριστερού πολιτικού. Η εξουσία αφομοίωσε τις όποιες αντιπαραθέσεις και την όποια εναλλακτική πρόταση διαχείρισης της εξουσίας.

Ο ριζοσπαστισμός του ΣΥΡΙΖΑ και η αλματώδης άνοδός του σε εκλογικά ποσοστά άλλαξε άρδην το σκηνικό. Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ έδειξαν να συρρικνώνονται επικίνδυνα και διαφορετικές κοινωνικές ομάδες αποσπάστηκαν οριστικά από το άρμα της παράδοσης και της συνήθειας.

Έτσι, ενώ δεν δημιουργήθηκε μια νέα κανονικότητα, τα φτωχότερα στρώματα δεν μετατοπίστηκαν πολιτικά προς τα αριστερά κόμματα, τους φυσικούς τους εκπροσώπους, απελευθερώθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες πολίτες από τον λαϊκισμό και την αντίληψη του κόμματος… σούπερ μάρκετ. Έπαψαν να θεωρούνται δεδομένοι για τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ και εντάχθηκαν στη νέα τεράστια δεξαμενή των αναποφάσιστων.

Το κρίσιμο σημείο, σήμερα, αφορά στον τρόπο που θα επηρεάσει αυτές τις μάζες η κυβέρνηση και οι συνεργαζόμενες πολιτικές δυνάμεις κι αν θα καταφέρει να τις κινητοποιήσει προς όφελός τους και προς όφελος μια νέας πιο δίκαιης, αξιοκρατικής κοινωνίας.

Το γεγονός πως την ίδια ώρα τα κόμματα τύπου ΠΟΤΑΜΙ με τις ιδεολογικές ασάφειες δεν αποσπούν πια τη συμπάθεια, δεν γίνονται ορμητικά, αποτελεί άλλη μια ελπιδοφόρο εξέλιξη. Ο κόσμος έπαψε να πιστεύει στο γενικόλογο και «αταξικό», έδειξε πως επιλέγει χωρίς ενθουσιασμό –γνωρίζοντας με καθαρότητα τι δεν θέλει– και με έναν συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα.

Όλοι οι Έλληνες πολίτες αναμένουν να δουν στην πράξη να βελτιώνεται η καθημερινότητά τους, να μειώνονται τα μνημονιακά βάρη, να πληρώνουν οι έχοντες, να χτυπηθεί επιτέλους η διαφθορά και να κοπεί ο ομφάλιος λώρος της διαπλοκής. Θέλουν να δουν την οικονομία να καλπάζει, μετά από μια μακρά περίοδο στασιμότητας, παράλληλα με μια ουσιαστική προσπάθεια κλεισίματος της ψαλίδας ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς. Θέλουν να δουν να δημιουργούνται υποδομές, που θα φέρουν τη χώρα πιο κοντά στις εξελιγμένες ευρωπαϊκές κοινωνίες, που θα τους επιτρέψουν να νιώσουν την ασφάλεια μιας αξιοπρεπούς και ασφαλούς ζωής.

Αν προσέξει κάποιος τα δεδομένα της τελευταίας εκλογικής αναμέτρησης, θα δει πως υπήρξαν απώλειες για τον ΣΥΡΙΖΑ στους αγρότες, στους αυτοαπασχολούμενους και στους βιοτέχνες, ενώ υπήρξε αύξηση των ποσοστών τους στους άνεργους.

Ο «χαρακτήρας» αυτών των στρωμάτων μας παρέχει κάποιες ενδείξεις. Είναι άραγε το γεγονός πως δεν αρκεί πια η θεωρία –της δικαιοσύνης, της κοινωνικής μέριμνας κ.λπ– τα λόγια, η επίκληση μιας ιδεολογίας, για να πειστεί ο κόσμος της εργασίας;

Με λίγα λόγια, αυτό που ζητά δεν είναι παρά μια αποτελεσματική κυβέρνηση, που να αποδεικνύει την κοινωνική της ευαισθησία και να ωθεί την ελληνική κοινωνία προς το δίκαιο, δηλαδή προς την Αριστερά;

Αυτό που απαιτείται, για να υπάρξει στοίχιση της κυβέρνησης με τους πόθους του ελληνικού λαού, είναι μια αληθινή πρακτική «επανάσταση», με όχημα την κινητοποίηση άξιων στελεχών, ικανών επαγγελματιών, ανθρώπων με γνώση, ήθος και κύρος.

Η αξιοκρατία θα πρέπει να αποτελέσει τη θεμέλιο λίθο για την αλλαγή και τον προοδευτικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας.

Η επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, τέλος, δημιουργεί νέα δεδομένα και στην Ευρώπη, όπου η σοσιαλδημοκρατία επιχειρεί να βγάλει τα δικά της συμπεράσματα. Αρχίζει να αχνοφαίνεται πως, αργά έστω, αποκτά συνείδηση πως για όσο βρίσκεται δεμένη στο άρμα του φιλελευθερισμού, τόσο περισσότερο θα εκφυλίζεται ανοίγοντας δρόμο σε ακραίες δυνάμεις και στον νεοναζισμό.